Archive Page 2

13
Ιολ.
11

Πυρέξ

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Η μέσα εποχή άλλη, ξένος ο μέσα τόπος.

Φέτος είναι αλλιώς. Δεν είναι ο Καιρός μου, όπως πάντα – από πάντα και για πάντα. Η ζέστη δεν περνάει τους πόρους, ο ιδρώτας μυρίζει αλλιώς, το θαλασσινό νερό δεν στέκεται στην επιδερμίδα, το αίμα δεν βράζει. Τριγύρω μαύρα κορμιά κατάμαυρα, παράξενα, παράταιρα, σχεδόν αποκρουστικά, σαν τ’ αποκαΐδια της πλατείας, κουφάρια της πόλης.

Μόνο τα δάκρυα δεν αντιστέκονται στη θερμοκρασία, σαν να στεγνώνουν, όλο αναβλύζουν, μα δεν κυλάνε. Ίσως ξέμαθαν κι αυτά, βολεύτηκαν στη χημική τους παραγωγή. Ευτυχώς, έχω περίσσευμα από το χειμώνα. Από τους χειμώνες.

Βάζω τη μάσκα και βουτάω.

09
Αυγ.
10

i love to hate u

μισαγαπώ, μισαπώ, μιγαπώ, μη γαμ….!…

αγαμισώ, αγαπσώ, αγασώ, α γαμ….!…

21
Οκτ.
09

together

2009_316_fura_7_1245941075832

Στ’ Οσίου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι’ όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πώς, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;

Γιατί κι’ ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι’ απ’ τ’ Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, – μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι’ ο αληθινός ετούτος στίχος, –
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τόειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».

 

Άγγελος Σικελιανός, 1935.

Με αφορμή τη βραβευμένη ταινία του Δημήτρη Νάκου («Μαζί»), παλιού «συμφοιτητή» και νέου δημιουργού, η οποία μας υποδέχτηκε ξανά στα φοιτητικά έδρανα,  υπενθυμίζοντας πόσο θαυμάσια μπορεί να «εικονογραφηθεί» η εικονοποιία της ποίησης…

25
Σεπτ.
09

Τι ντιβάνι, τι μπαλκόνι

acropolis-at-night-above

Πολλοί μου έλεγαν κατά καιρούς για την παράξενη μαγεία που εξασκεί, τη θετική ενέργεια που εκλύει, την κινητήρια δύναμη που μεταδίδει. Τι σου είναι η συνήθεια του βλέμματος κι η ισχύς των συμβόλων, σκεφτόμουνα.

Στην αρχή, νεόφερτος στο νέο μου κόσμο, τη χάζευα με το τουριστικό μάτι του προνομιούχου, που έχει την τύχη να ξυπνάει και να κοιμάται με τη μορφή της. Τελευταία, βγαίνοντας τα βράδυα στο μπαλκόνι να δροσιστώ, πάντα στο ίδιο στρατηγικό σημείο, εκεί όπου προβάλλει τσίμα-τσίμα μέσα σε μια σούδα που άφησαν οι πολυκατοικίες, άρχισα να το νιώθω κι εγώ. Ώσπου χθες το είδα καθαρά, με τα μάτια μου που λένε!

DSC01433Στα λίγα πρώτα λεπτά που την κοιτάζεις να λάμπει στα φώτα της ράμπας, τα πάντα περνάνε, σαν εξαρτημένο αντανακλαστικό. Απ’ όποια γωνία κι αν τη δεις, αγέρωχη ή στοχαστική, άρτια ή ακρωτηριασμένη, νεκρή ή ζωντανή, κορυφαία ή Πανοπτικό της πόλης, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: στη θέα της τα ήθη εξημερώνονται, τα πάθη ημερεύουν, η καρδιά και το μυαλό αλαφραίνει. Υπάρχει πιο άμεση, αποτελεσματική και λαϊκή αστική ψυχοθεραπεία; 

 

 

15
Σεπτ.
09

Άλαν Χόλινχερστ – Γράφοντας για την ηθική πολυπλοκότητα της αληθινής ζωής

00911

 

 

 

 

 

 

  http://video.google.com/videoplay?docid=7751760326301237715

 

hodg372

 

 

03
Σεπτ.
09

ουρανέ, φίλε μακρινέ (silent SKY project #34)

silent ssp#34-athenscloseup-email

Ραντεβού στο Στέκι της Βαλτετσίου στις 5. Ο εξοπλισμός απλός και σαφής, πετσέτα, γυαλιά, καπέλο, κάτι μαλακό για το κεφάλι. Τι θέλουν μια χούφτα Έλληνες και μια μικρότερη χούφτα ξένοι μεσημεριάτικα στο κέντρο? Όχι, ο προορισμός δεν είναι η θάλασσα, αλλά…το βουνό! Ένα κομμάτι οντουλέ ο καθένας στο χέρι και φύγαμε, ανάβαση στου Στρέφη.

Ο Rob μας είχε αποκαλύψει την τοποθεσία το προηγούμενο βράδυ στην ενημέρωση/παρουσίαση του πρότζεκτ στο studio Κινητήρας, αλλά οι περισσότεροι δεν φανταζόμασταν ότι αυτός ο παρεξηγημένος λόφος της Αθήνας κρύβει τέτοιο πανόραμα, με ασυνήθιστη θέα προς Λυκαβηττό, Ακρόπολη και θάλασσα! Τελικά, οι ξένοι (o Rob Sweere είναι Ολλανδός) έχουν (ακόμα) να μας μάθουν πολλά για την πόλη μας.

Ο Rob αποφασίζει να μην ακολουθήσει κάποια διάταξη: «Όπως βλέπετε σε αυτή την πόλη δεν υπάρχει κανένα σχέδιο, οπότε θα κάνουμε κι εμείς το ίδιο». Ξαπλώνουμε ο καθένας όπου θέλει, άναρχα, ενστικτωδώς. Χώμα ζεστό,  ουρανός  ανέφελος. Τελευταίες οδηγίες και… πάμε. Σιωπή… Και μετά…σιωπή. Κι άλλη. Ακούγεται μόνο το κλικ της μηχανής του Rob. Και κάτι ντραμς από νεανικές πρόβες πιο κάτω.

Κοιτάζω το γαλάζιο, μέχρι να μην αντέχω άλλο, μέχρι να βαφτώ γαλάζιος όλος, σαν Μαγκρίτ. Για μια στιγμή νιώθω την περιστροφή της γης. Ναι, κινείται! Ο ήλιος ντάλα. Κλείνω τα μάτια. Ο διπλανός μου ήδη ροχαλίζει…

Μισή ώρα μετά η φωνή του Rob μας ευχαριστεί και κηρύσσει τη λήξη των…ονειροβασιών. Πλησιάζει τους «αγουροξυπνημένους» και καταγράφει σε βίντεο σχόλια και αντιδράσεις. Κυριαρχεί η ενέργεια και η αίσθηση κοινότητας που συνέδεσε για λίγο την ομάδα με τη γη, τον αέρα και τον ουρανό, αλλά και με τους χιλιάδες συμμετέχοντες στις προγηγούμενες 33 στάσεις του πρότζεκτ σε όλες τις γωνιές της γης. Να τις εκατοστήσει!

10
Ιον.
09

η αβοήθητη μοναξιά του άντρα

191737[1]

«Η φίλη μου Ρ. έκλεισε τη συζήτηση για έναν κοινό μας φίλο ομοφυλόφιλο και τα αδιέξοδά του, με το γνωστό οξύ και θρασύ της χιούμορ: «Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ομοφυλόφιλοι. Αν δεν υπήρχαν, εσείς οι άντρες θα περνούσατε έτσι από τη ζωή, χωρίς να σας έχει αγαπήσει κανένας».

Έφερα στον νου μου πάμπολλες λατρευτικά αφοσιωμένες αγάπες γυναικών προς άντρες που θα διέψευδαν αμέσως τον, εξεζητημένο άλλωστε, ισχυρισμό της Ρ. και ταυτόχρονα, ωστόσο, σκέφθηκα τη διαφορετικότητα των γυναικείων και ανδρικών συναισθημάτων, ιδίως των ερωτικών. Στην ιδανική ερωτική σχέση της η γυναίκα εξαντλεί όλα τα αιτήματα της δικαίωσής της, ως προσώπου προπαντός, αλλά και ως ύπαρξης ή, έστω, εξασφαλίζει τον ουσιωδέστερο όρο για να προχωρήσει απερίσπαστη προς ό,τι θεωρεί επιτυχία για τον δημιουργικό εαυτό της. Ενώ για τον άντρα, στην αντίστοιχη περίπτωση, περισσεύουν πολλά (και μάλλον τα σημαντικότερα γι’ αυτόν) τέτοια αιτήματα ­ που, θά ‘λεγε κανείς, η ερωτική δικαίωση μοιάζει να τα κάνει ακόμη πιο επιτακτικά. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα είναι ικανή, και ώριμη, για την ιδανικότητα της ερωτικής σχέσης, τοποθετώντας εκεί, με πολλή υγεία κι ακόμα περισσότερη υγιεινή, ολόκληρη τη φυσιολογία της ανθρώπινης κατάστασης ­ ο άντρας όμως όχι.

Σημαίνει ακόμα, πέρα από την ολιγάρκεια της πρώτης και την απληστία του δευτέρου, ότι ο άντρας πάσχει από μια χρόνια, ανεκπλήρωτη φιλοδοξία ανόρθωσης, που ξεπερνάει κατά πολύ το σπουδαίο γεγονός της ανόρθωσης του ανθρωπίνου όντος στα δύο του κάτω άκρα, όπου η γυναίκα πιστεύει, και πολύ σωστά, ότι μ’ αυτό τέλειωσε οριστικά κάθε ιστορία περαιτέρω ανόρθωσης. Και προφανώς αυτή η φιλοδοξία πρέπει να υπαγορεύεται από μια λειτουργία, αμιγώς αρσενική, επικράτησης και θριάμβου, η οποία, τουλάχιστον στο επίπεδο των φυσικών προδιαγραφών του φύλου, λείπει από τη γυναίκα σαν περιττή. Ο θρίαμβός της εξάλλου στη σχέση της είναι με το παραπάνω αρκετός, μια και η γυναίκα πάντα θριαμβεύει στη σχέση της με τον άντρα· ο μόνος τρόπος να θριαμβεύσει ο άντρας είναι να αρνηθεί να μπει σ’ αυτήν.

Το γεγονός είναι ότι η γυναίκα είναι σκανδαλωδώς ευνοημένη από τη φύση. Βρίσκεται πιο κοντά της, την έχει πάντα με το μέρος της ­ η φύση συνεχίζεται μέσα της, χρησιμοποιεί το σώμα της για ν’ αναπαραχθεί. Ας μην το ξεχνάμε: η γυναίκα έχει συγγένεια με το φως του φεγγαριού (που στον άντρα προκαλεί την επιληψία), με τις παλίρροιες των ωκεανών. Ο άντρας είναι αφύσικος, τεχνητός. Κατασκευασμένος μέσα σ’ ένα ανοίκειο γυναικείο ικρίωμα, το σώμα της μητέρας του, κατασκευασμένος ακόμα από εντολές κύρους και εξουσίας, «ανδρισμού» και αντοχής, τις οποίες, στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, είναι καταναγκασμένος πειθήνια και καθημερινά να εκτελεί. Κι ας μην επικαλεστεί κανείς τις κοινότοπες ιστορικοκοινωνικές αιτιότητες ­ ασφαλώς ισχύουν, αλλά βασίζονται στους δεδομένους, βιολογικούς χαρακτήρες του φύλου του.

Αποκλεισμένος από το άλλο ανθρώπινο σώμα, μη έχοντας ποτέ καμιά ενσυνείδητη συγκοινωνία αίματος με το άλλο σώμα, όπως έχει η γυναίκα με το κύημά της ­ ούτε καν έξοδο αίματος, όπως εκείνη, παρά μονάχα όταν το σώμα του εκτεθεί στη βία, έχει ένα σώμα μοναχικό κι αδιαπέραστο· κλειστό, δηλαδή απειλημένο. Που δεν ανοίγει ποτέ, ούτε κατά την ερωτική του δράση, οπότε κλείνει ακόμη περισσότερο και το κάθε σώμα αποχωρεί, αποσύρεται στην πιο απόλυτη δική του σιωπή, που είναι η ηδονή. Αντίθετα, το σώμα της γυναίκας, προτού κι αυτό απουσιάσει από την ερωτική ένωση, είναι ένα σώμα πάντα ανοιχτό ­ ο υπέροχος αυτός κάλυκας που είναι φτιαγμένος για να υποδέχεται και για να περιβάλλει.

Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι’ αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας. Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ’ εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων ­ ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο ­ αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες, που χάρη σ’ αυτές και αποκλειστικά μ’ αυτές ο άντρας επιβιώνει. Χειρώνακτας του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο. Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ’ ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής ­ ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος. Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσία· ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λορραίνης ­ ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλείες. Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του ­ εύθραυστος και χωρίς ­ σε αντίθεση με τη γυναίκα ­ να επιζεί του θρυμματισμού του· ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους· από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος. Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες ­ κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε.

Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενικιά, την πιο τρυφερή λύπη, γι’ αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του. Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του ­ παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια. Και μη του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί.»

Κείμενο του Γιώργου Χειμωνά, που είχε κυκλοφορήσει σε περιορισμένα αντίτυπα εκτός εμπορίου, από το «Άλεκτο» του Γ. Καρτελιά.